BRAGIflash
Download on the App StoreGet it on Google Play
B2Ανώτερο μέσο4 λεπτά ανάγνωσηςΕνημερώθηκε

lassen + απαρέμφατο στα γερμανικά: βάζω να γίνει κάτι, αφήνω κάποιον, sich lassen

lassen + σκέτο απαρέμφατο = βάζω να γίνει κάτι ή επιτρέπω· sich lassen + απαρέμφατο = μπορεί να γίνει. Perfekt: habe … lassen, κατά κανόνα όχι gelassen.

Κανόνας

Το lassen κάνει δύο δουλειές. Μόνο του είναι κύριο ρήμα και σημαίνει «αφήνω κάτι κάπου» ή «σταματώ, αφήνω ήσυχο». Με δεύτερο ρήμα σε σκέτο απαρέμφατο σημαίνει «βάζω να γίνει κάτι» ή «αφήνω κάποιον να κάνει κάτι» — και τότε συμπεριφέρεται σαν τροπικό ρήμα (Modalverb): χωρίς zu, και το απαρέμφατο κλείνει τη ρηματική παρένθεση (Verbklammer).

Παγίδα: τα ελληνικά λένε «βάζω / αφήνω κάποιον να κάνει» με κλιτό ρήμα· το γερμανικό απαρέμφατο μένει άκλιτο στο τέλος. Και όπου τα ελληνικά λένε απλώς «κουρεύτηκα» ή «έφτιαξα το αυτοκίνητο» για δουλειά που έκανε άλλος, τα γερμανικά θέλουν lassen.

Τρεις σημασίες του lassen + απαρέμφατο:

  • Αιτιαστική — βάζεις άλλον να το κάνει. Wir lassen das Auto reparieren. Όποιος κάνει τη δουλειά, αν αναφέρεται, μπαίνει σε αιτιατική (Akkusativ): Ich lasse den Klempner kommen. Αν η δουλειά γίνεται για το υποκείμενο και το πράγμα είναι ήδη το άμεσο αντικείμενο, ο ωφελούμενος μπαίνει σε δοτική (Dativ): Ich lasse mir die Haare schneiden.
  • Επιτρεπτική — αφήνεις να γίνει. Sie lässt ihn ausreden· το πρόσωπο μπαίνει σε αιτιατική.
  • sich lassen + απαρέμφατο — κάτι είναι δυνατό. Das lässt sich reparieren = Das kann repariert werden («μπορεί να επισκευαστεί»). Είναι συνηθισμένη εναλλακτική της παθητικής φωνής με können· τα leicht, gut, kaum ή μια άρνηση είναι συχνά, όχι υποχρεωτικά: Das lässt sich machen.

Τύποι. Το lassen είναι ισχυρό ρήμα με a → ä στο du και στο er (du lässt, er lässt)· Präteritum (≈ παρελθοντικός χρόνος του γραπτού λόγου) ließ. Στον Perfekt (≈ παρελθοντικός χρόνος του προφορικού λόγου) έχει δύο τύπους — τη μετοχή gelassen όταν το lassen στέκεται μόνο του, και το υποκατάστατο απαρέμφατο (Ersatzinfinitiv) lassen όταν ακολουθεί δεύτερο απαρέμφατο: Ich habe das Auto reparieren lassen. Το reparieren gelassen είναι σπάνιο.

Σειρά των λέξεων. Κύρια πρόταση: το lassen στη θέση 2, τα απαρέμφατα στο τέλος. Δευτερεύουσα πρόταση σε απλό χρόνο: το κλιτό lassen πάει τελευταίο (…, weil ich das Auto reparieren lasse). Δευτερεύουσα με διπλό απαρέμφατο: το κλιτό haben μπαίνει μπροστά και από τα δύο απαρέμφατα (…, weil ich das Auto habe reparieren lassen). Τέλος, το Lass uns …! / Lasst uns …! είναι πρόσκληση: «ας …».

Παραδείγματα

  • Ich lasse den Schlüssel zu Hause. — Αφήνω το κλειδί στο σπίτι.
  • Lass mich! — Άφησέ με!
  • Wir lassen das Auto morgen reparieren. — Αύριο δίνουμε το αυτοκίνητο να το επισκευάσουν.
  • Ich lasse mir die Haare schneiden. — Κουρεύομαι (στο κομμωτήριο).
  • Der Chef lässt den Praktikanten den Bericht schreiben. — Ο προϊστάμενος βάζει τον ασκούμενο να γράψει την αναφορά.
  • Sie lässt ihn ausreden. — Τον αφήνει να τελειώσει αυτό που λέει.
  • Meine Eltern lassen mich nicht allein verreisen. — Οι γονείς μου δε με αφήνουν να ταξιδέψω μόνος μου.
  • Das Fenster lässt sich nicht öffnen. — Το παράθυρο δεν μπορεί να ανοίξει.
  • Ich habe das Auto reparieren lassen. — Έδωσα το αυτοκίνητο να το επισκευάσουν.
  • Ich weiß nicht, warum sie den Vertrag nicht hat prüfen lassen. — Δεν ξέρω γιατί δεν έβαλε να ελέγξουν το συμβόλαιο.
  • Lass uns morgen ins Kino gehen! — Ας πάμε αύριο σινεμά!

Πίνακας

Πρόσωπο Präsens Präteritum
ich lasse ließ
du lässt ließest (ließt)
er/sie/es lässt ließ
wir lassen ließen
ihr lasst ließt
sie/Sie lassen ließen

Προστακτική (Imperativ): Lass! – Lasst! – Lassen Sie! · Perfekt: hat gelassen όταν είναι μόνο του, hat … lassen με δεύτερο απαρέμφατο.

Σχήμα Δομή Παράδειγμα Perfekt
κύριο ρήμα (αφήνω, σταματώ) lassen + Akkusativ (+ τόπος) Ich lasse den Schlüssel zu Hause. Ich habe den Schlüssel zu Hause gelassen.
αιτιαστικό (βάζω να γίνει) lassen + Akkusativ/Dativ + απαρέμφατο Ich lasse mir die Haare schneiden. Ich habe mir die Haare schneiden lassen.
επιτρεπτικό (αφήνω να) lassen + Akkusativ + απαρέμφατο Sie lässt ihn ausreden. Sie hat ihn ausreden lassen.
δυνατότητα (= können + Passiv) sich lassen + απαρέμφατο Das lässt sich reparieren. Das hat sich reparieren lassen.

Συχνά λάθη

  • ⚠️ Ich habe das Auto reparieren gelassen. → ✅ Ich habe das Auto reparieren lassen. — δεν είναι λάθος, αλλά είναι σπάνιο: με δεύτερο απαρέμφατο ο κανόνας είναι το Ersatzinfinitiv lassen· το gelassen είναι η μετοχή του lassen όταν στέκεται μόνο του.
  • ❌ Ich lasse mein Auto zu reparieren. → ✅ Ich lasse mein Auto reparieren. — όπως τα τροπικά ρήματα, το lassen παίρνει σκέτο απαρέμφατο χωρίς zu.
  • ❌ Das Fenster lässt nicht öffnen. → ✅ Das Fenster lässt sich nicht öffnen. — η σημασία της δυνατότητας χρειάζεται την αυτοπαθή αντωνυμία sich.
  • ❌ …, weil ich das Auto reparieren lassen habe. → ✅ …, weil ich das Auto habe reparieren lassen. — σε δευτερεύουσα πρόταση με διπλό απαρέμφατο το κλιτό ρήμα μπαίνει μπροστά και από τα δύο απαρέμφατα.
  • ❌ Ich lasse mich die Haare schneiden. → ✅ Ich lasse mir die Haare schneiden. — το die Haare είναι ήδη το άμεσο αντικείμενο, άρα ο ωφελούμενος μπαίνει σε δοτική.

Συχνές ερωτήσεις

Τι σημαίνει lassen + απαρέμφατο στα γερμανικά;

Τρία πράγματα: βάζεις κάποιον άλλο να κάνει κάτι (Ich lasse das Auto reparieren), επιτρέπεις κάτι (Sie lässt ihn ausreden) ή — με το sich — κάτι είναι δυνατό (Das lässt sich reparieren). Το απαρέμφατο δεν παίρνει ποτέ zu.

Γιατί λέμε habe reparieren lassen και όχι gelassen;

Με δεύτερο απαρέμφατο το lassen αντικαθιστά τη μετοχή του με το απαρέμφατο (Ersatzinfinitiv, το διπλό απαρέμφατο που ξέρεις από τα τροπικά ρήματα). Το reparieren gelassen απαντά σπάνια, ο πρότυπος τύπος όμως είναι lassen. Το gelassen είναι ο κανονικός τύπος όταν το lassen είναι το μόνο ρήμα: Ich habe den Schlüssel im Auto gelassen.

Ποια η διαφορά ανάμεσα στο Ich lasse mir die Haare schneiden και στο Ich schneide mir die Haare;

Με το lassen τα μαλλιά τα κόβει κάποιος άλλος — ο κομμωτής. Χωρίς lassen τα κόβεις μόνος σου. Η αντωνυμία είναι σε δοτική (mir), επειδή το die Haare είναι ήδη το άμεσο αντικείμενο σε αιτιατική.

Τι σημαίνει Das lässt sich machen;

«Αυτό γίνεται.» Το sich lassen + απαρέμφατο δηλώνει δυνατότητα και αντικαθιστά το kann gemacht werden χωρίς να λέει ποιος κάνει την ενέργεια. Επιρρήματα όπως leicht, gut, kaum ή μια άρνηση είναι συχνά, όχι όμως υποχρεωτικά.

Πού μπαίνουν τα ρήματα σε δευτερεύουσα πρόταση με lassen;

Σε απλό χρόνο το κλιτό lassen πάει στο τέλος: …, weil ich das Auto reparieren lasse. Στον Perfekt το κλιτό haben μπαίνει μπροστά και από τα δύο απαρέμφατα: …, weil ich das Auto habe reparieren lassen.