lassen + απαρέμφατο στα γερμανικά: βάζω να γίνει κάτι, αφήνω κάποιον, sich lassen
lassen + σκέτο απαρέμφατο = βάζω να γίνει κάτι ή επιτρέπω· sich lassen + απαρέμφατο = μπορεί να γίνει. Perfekt: habe … lassen, κατά κανόνα όχι gelassen.
Κανόνας
Το lassen κάνει δύο δουλειές. Μόνο του είναι κύριο ρήμα και σημαίνει «αφήνω κάτι κάπου» ή «σταματώ, αφήνω ήσυχο». Με δεύτερο ρήμα σε σκέτο απαρέμφατο σημαίνει «βάζω να γίνει κάτι» ή «αφήνω κάποιον να κάνει κάτι» — και τότε συμπεριφέρεται σαν τροπικό ρήμα (Modalverb): χωρίς zu, και το απαρέμφατο κλείνει τη ρηματική παρένθεση (Verbklammer).
Παγίδα: τα ελληνικά λένε «βάζω / αφήνω κάποιον να κάνει» με κλιτό ρήμα· το γερμανικό απαρέμφατο μένει άκλιτο στο τέλος. Και όπου τα ελληνικά λένε απλώς «κουρεύτηκα» ή «έφτιαξα το αυτοκίνητο» για δουλειά που έκανε άλλος, τα γερμανικά θέλουν lassen.
Τρεις σημασίες του lassen + απαρέμφατο:
- Αιτιαστική — βάζεις άλλον να το κάνει. Wir lassen das Auto reparieren. Όποιος κάνει τη δουλειά, αν αναφέρεται, μπαίνει σε αιτιατική (Akkusativ): Ich lasse den Klempner kommen. Αν η δουλειά γίνεται για το υποκείμενο και το πράγμα είναι ήδη το άμεσο αντικείμενο, ο ωφελούμενος μπαίνει σε δοτική (Dativ): Ich lasse mir die Haare schneiden.
- Επιτρεπτική — αφήνεις να γίνει. Sie lässt ihn ausreden· το πρόσωπο μπαίνει σε αιτιατική.
- sich lassen + απαρέμφατο — κάτι είναι δυνατό. Das lässt sich reparieren = Das kann repariert werden («μπορεί να επισκευαστεί»). Είναι συνηθισμένη εναλλακτική της παθητικής φωνής με können· τα leicht, gut, kaum ή μια άρνηση είναι συχνά, όχι υποχρεωτικά: Das lässt sich machen.
Τύποι. Το lassen είναι ισχυρό ρήμα με a → ä στο du και στο er (du lässt, er lässt)· Präteritum (≈ παρελθοντικός χρόνος του γραπτού λόγου) ließ. Στον Perfekt (≈ παρελθοντικός χρόνος του προφορικού λόγου) έχει δύο τύπους — τη μετοχή gelassen όταν το lassen στέκεται μόνο του, και το υποκατάστατο απαρέμφατο (Ersatzinfinitiv) lassen όταν ακολουθεί δεύτερο απαρέμφατο: Ich habe das Auto reparieren lassen. Το reparieren gelassen είναι σπάνιο.
Σειρά των λέξεων. Κύρια πρόταση: το lassen στη θέση 2, τα απαρέμφατα στο τέλος. Δευτερεύουσα πρόταση σε απλό χρόνο: το κλιτό lassen πάει τελευταίο (…, weil ich das Auto reparieren lasse). Δευτερεύουσα με διπλό απαρέμφατο: το κλιτό haben μπαίνει μπροστά και από τα δύο απαρέμφατα (…, weil ich das Auto habe reparieren lassen). Τέλος, το Lass uns …! / Lasst uns …! είναι πρόσκληση: «ας …».
Παραδείγματα
- Ich lasse den Schlüssel zu Hause. — Αφήνω το κλειδί στο σπίτι.
- Lass mich! — Άφησέ με!
- Wir lassen das Auto morgen reparieren. — Αύριο δίνουμε το αυτοκίνητο να το επισκευάσουν.
- Ich lasse mir die Haare schneiden. — Κουρεύομαι (στο κομμωτήριο).
- Der Chef lässt den Praktikanten den Bericht schreiben. — Ο προϊστάμενος βάζει τον ασκούμενο να γράψει την αναφορά.
- Sie lässt ihn ausreden. — Τον αφήνει να τελειώσει αυτό που λέει.
- Meine Eltern lassen mich nicht allein verreisen. — Οι γονείς μου δε με αφήνουν να ταξιδέψω μόνος μου.
- Das Fenster lässt sich nicht öffnen. — Το παράθυρο δεν μπορεί να ανοίξει.
- Ich habe das Auto reparieren lassen. — Έδωσα το αυτοκίνητο να το επισκευάσουν.
- Ich weiß nicht, warum sie den Vertrag nicht hat prüfen lassen. — Δεν ξέρω γιατί δεν έβαλε να ελέγξουν το συμβόλαιο.
- Lass uns morgen ins Kino gehen! — Ας πάμε αύριο σινεμά!
Πίνακας
| Πρόσωπο | Präsens | Präteritum |
|---|---|---|
| ich | lasse | ließ |
| du | lässt | ließest (ließt) |
| er/sie/es | lässt | ließ |
| wir | lassen | ließen |
| ihr | lasst | ließt |
| sie/Sie | lassen | ließen |
Προστακτική (Imperativ): Lass! – Lasst! – Lassen Sie! · Perfekt: hat gelassen όταν είναι μόνο του, hat … lassen με δεύτερο απαρέμφατο.
| Σχήμα | Δομή | Παράδειγμα | Perfekt |
|---|---|---|---|
| κύριο ρήμα (αφήνω, σταματώ) | lassen + Akkusativ (+ τόπος) | Ich lasse den Schlüssel zu Hause. | Ich habe den Schlüssel zu Hause gelassen. |
| αιτιαστικό (βάζω να γίνει) | lassen + Akkusativ/Dativ + απαρέμφατο | Ich lasse mir die Haare schneiden. | Ich habe mir die Haare schneiden lassen. |
| επιτρεπτικό (αφήνω να) | lassen + Akkusativ + απαρέμφατο | Sie lässt ihn ausreden. | Sie hat ihn ausreden lassen. |
| δυνατότητα (= können + Passiv) | sich lassen + απαρέμφατο | Das lässt sich reparieren. | Das hat sich reparieren lassen. |
Συχνά λάθη
- ⚠️ Ich habe das Auto reparieren gelassen. → ✅ Ich habe das Auto reparieren lassen. — δεν είναι λάθος, αλλά είναι σπάνιο: με δεύτερο απαρέμφατο ο κανόνας είναι το Ersatzinfinitiv lassen· το gelassen είναι η μετοχή του lassen όταν στέκεται μόνο του.
- ❌ Ich lasse mein Auto zu reparieren. → ✅ Ich lasse mein Auto reparieren. — όπως τα τροπικά ρήματα, το lassen παίρνει σκέτο απαρέμφατο χωρίς zu.
- ❌ Das Fenster lässt nicht öffnen. → ✅ Das Fenster lässt sich nicht öffnen. — η σημασία της δυνατότητας χρειάζεται την αυτοπαθή αντωνυμία sich.
- ❌ …, weil ich das Auto reparieren lassen habe. → ✅ …, weil ich das Auto habe reparieren lassen. — σε δευτερεύουσα πρόταση με διπλό απαρέμφατο το κλιτό ρήμα μπαίνει μπροστά και από τα δύο απαρέμφατα.
- ❌ Ich lasse mich die Haare schneiden. → ✅ Ich lasse mir die Haare schneiden. — το die Haare είναι ήδη το άμεσο αντικείμενο, άρα ο ωφελούμενος μπαίνει σε δοτική.
Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει lassen + απαρέμφατο στα γερμανικά;
Τρία πράγματα: βάζεις κάποιον άλλο να κάνει κάτι (Ich lasse das Auto reparieren), επιτρέπεις κάτι (Sie lässt ihn ausreden) ή — με το sich — κάτι είναι δυνατό (Das lässt sich reparieren). Το απαρέμφατο δεν παίρνει ποτέ zu.
Γιατί λέμε habe reparieren lassen και όχι gelassen;
Με δεύτερο απαρέμφατο το lassen αντικαθιστά τη μετοχή του με το απαρέμφατο (Ersatzinfinitiv, το διπλό απαρέμφατο που ξέρεις από τα τροπικά ρήματα). Το reparieren gelassen απαντά σπάνια, ο πρότυπος τύπος όμως είναι lassen. Το gelassen είναι ο κανονικός τύπος όταν το lassen είναι το μόνο ρήμα: Ich habe den Schlüssel im Auto gelassen.
Ποια η διαφορά ανάμεσα στο Ich lasse mir die Haare schneiden και στο Ich schneide mir die Haare;
Με το lassen τα μαλλιά τα κόβει κάποιος άλλος — ο κομμωτής. Χωρίς lassen τα κόβεις μόνος σου. Η αντωνυμία είναι σε δοτική (mir), επειδή το die Haare είναι ήδη το άμεσο αντικείμενο σε αιτιατική.
Τι σημαίνει Das lässt sich machen;
«Αυτό γίνεται.» Το sich lassen + απαρέμφατο δηλώνει δυνατότητα και αντικαθιστά το kann gemacht werden χωρίς να λέει ποιος κάνει την ενέργεια. Επιρρήματα όπως leicht, gut, kaum ή μια άρνηση είναι συχνά, όχι όμως υποχρεωτικά.
Πού μπαίνουν τα ρήματα σε δευτερεύουσα πρόταση με lassen;
Σε απλό χρόνο το κλιτό lassen πάει στο τέλος: …, weil ich das Auto reparieren lasse. Στον Perfekt το κλιτό haben μπαίνει μπροστά και από τα δύο απαρέμφατα: …, weil ich das Auto habe reparieren lassen.

