Γερμανική γραμματική, εξηγημένη απλά
Σύντομα και ξεκάθαρα μαθήματα από το A1 ως το C1: πρώτα ο κανόνας, μετά μεταφρασμένα παραδείγματα, πίνακες και τα λάθη που πρέπει να αποφύγεις. Εξάσκησε κάθε θέμα στην εφαρμογή BRAGIflash.
A1 Αρχάριοι
- Bestimmter Artikel
Οριστικό άρθρο der, die, das στα γερμανικά: γένος, καταλήξεις και πτώσεις
der για αρσενικά, die για θηλυκά, das για ουδέτερα και die στον πληθυντικό. Η κατάληξη συνήθως δείχνει το γένος και το άρθρο αλλάζει με την πτώση.
- Unbestimmter Artikel
Αόριστο άρθρο ein, eine, einen στα γερμανικά: τύποι, καταλήξεις και χρήση
ein για αρσενικά και ουδέτερα, eine για θηλυκά· στην αιτιατική το αρσενικό γίνεται einen, στη δοτική einem/einer. Πληθυντικός δεν υπάρχει.
- Plural
Ο πληθυντικός στα γερμανικά: οι πέντε καταλήξεις και πότε μπαίνει η καθεμία
Τα γερμανικά ουσιαστικά παίρνουν -e, -(e)n, -er, -s ή καμία κατάληξη, συχνά με Umlaut· το άρθρο του πληθυντικού είναι die (στη δοτική den).
- Zählbare und unzählbare Nomen
Μετρήσιμα και μη μετρήσιμα ουσιαστικά στα γερμανικά: viel ή viele;
Μετρήσιμα: ein/eine και πληθυντικός (zwei Äpfel)· μη μετρήσιμα: χωρίς άρθρο στη γενική σημασία, viel χωρίς κατάληξη, ein Glas Wasser.
- Personalpronomen
Προσωπικές αντωνυμίες στα γερμανικά (Personalpronomen): ich, mich, mir και όλοι οι τύποι
Κάθε αντωνυμία έχει τρεις τύπους: ich → mich → mir, du → dich → dir, er → ihn → ihm. Ο τύπος εξαρτάται από τη λειτουργία: υποκείμενο, αντικείμενο ή αποδέκτης.
- Possessivpronomen / Possessivartikel
Κτητικά στα γερμανικά (mein, dein, sein, ihr): τύποι και καταλήξεις
Ο κάτοχος διαλέγει το θέμα (ich → mein, sie → ihr) και το ουσιαστικό που ανήκει διαλέγει την κατάληξη: mein Buch, meine Tasche, meinen Bruder.
- Verbkonjugation im Präsens
Ο ενεστώτας (Präsens) στα γερμανικά: καταλήξεις ρημάτων και αλλαγή φωνήεντος
Θέμα + -e, -st, -t, -en, -t, -en· τα ισχυρά ρήματα αλλάζουν και φωνήεν (a→ä, e→i, e→ie), αλλά μόνο στα du και er/sie/es.
- sein, haben & möchten
sein, haben και möchten στα γερμανικά: τύποι ενεστώτα και πότε χρησιμοποιείται το καθένα
Το sein λέει ποιος είναι κάποιος, το haben τι έχει, το möchten τι θα ήθελε: bin/bist/ist, habe/hast/hat, möchte/möchtest.
- Modalverben
Τα τροπικά ρήματα (Modalverben) στα γερμανικά: können, müssen, dürfen, sollen, wollen, mögen
Το τροπικό ρήμα κλίνεται στη 2η θέση και το δεύτερο ρήμα πάει στο τέλος ως απαρέμφατο χωρίς zu: Ich kann gut schwimmen.
- Nominativ
Η ονομαστική (Nominativ) στα γερμανικά: το υποκείμενο, τα άρθρα του και wer/was
Η ονομαστική δηλώνει το υποκείμενο και απαντά στο Wer?/Was?: der, das, die, die (πληθ.), ein/eine· μπαίνει και μετά τα sein, werden, bleiben, heißen.
- Akkusativ
Η αιτιατική (Akkusativ) στα γερμανικά: πότε χρησιμοποιείται και πώς αλλάζουν τα άρθρα
Η αιτιατική δηλώνει το άμεσο αντικείμενο και απαντά στο Wen?/Was?. Αλλάζει μόνο το αρσενικό: der → den, ein → einen, mein → meinen.
- Negation: nicht, kein, nein
Άρνηση στα γερμανικά: nicht, kein και nein — ποιο χρησιμοποιώ και πού μπαίνει
Το kein κάνει αρνητικό ένα ουσιαστικό με ein ή χωρίς άρθρο, το nicht όλα τα υπόλοιπα, και το nein απαντά μόνο σε ερώτηση ολικής άγνοιας (ναι/όχι).
- W-Fragen
Ερωτήσεις με W στα γερμανικά: wer, was, wo, wann, wie, warum και η σειρά των λέξεων
Ερωτηματική λέξη στη θέση 1, κλιτό ρήμα στη θέση 2, υποκείμενο μετά: Wann beginnt der Kurs? Οι ερωτήσεις με W δεν απαντιούνται με ja ή nein.
- Satzbau I: Hauptsatz, Fragen, Verbklammer
Η σειρά των λέξεων στα γερμανικά: το ρήμα στη δεύτερη θέση, ερωτήσεις και ρηματική παρένθεση
Στη γερμανική κύρια πρόταση-δήλωση το κλιτό ρήμα είναι δεύτερο· στην ερώτηση ολικής άγνοιας (ναι/όχι) πρώτο· το δεύτερο μέρος του ρήματος πάει στο τέλος.
A2 Βασικό
- Dativ
Η δοτική (Dativ) στα γερμανικά: άρθρα, αντωνυμίες και πότε χρησιμοποιείται
Η δοτική (Dativ) δείχνει τον αποδέκτη: der → dem, die → der, das → dem, πληθυντικός → den + -n (όχι μετά από -n/-s). Τη βρίσκεις με το Wem?
- Präpositionen: Überblick nach Kasus
Οι γερμανικές προθέσεις ανά πτώση: αιτιατική, δοτική, δίπτωτες και γενική
Η πρόθεση ορίζει την πτώση: durch/für/gegen/ohne/um → αιτιατική, aus/bei/mit/nach/seit/von/zu → δοτική, in/an/auf → και οι δύο.
- Lokalpräpositionen
Τοπικές προθέσεις στα γερμανικά: wo, wohin, woher — zu, nach, in, aus, von
Wo? = θέση, Wohin? = κατεύθυνση. nach + πόλεις, zu + πρόσωπα, in + χώρες με άρθρο· aus για χώρα/πόλη και κλειστό χώρο, von για πρόσωπο ή αφετηρία.
- Wechselpräpositionen
Δίπτωτες προθέσεις (Wechselpräpositionen) στα γερμανικά: αιτιατική ή δοτική;
an, auf, hinter, in, neben, über, unter, vor, zwischen: αιτιατική για κατεύθυνση (wohin?), δοτική για θέση (wo?).
- Lokaladverbien
Τοπικά επιρρήματα (Lokaladverbien) στα γερμανικά: wo, wohin, woher και τα ζεύγη hin/her
wo? = θέση (hier, dort, oben), wohin? = κατεύθυνση (dorthin, hinaus, nach oben), woher? = προέλευση (von dort). hin = μακριά από σένα, her = προς εσένα.
- Perfekt & Partizip II
Ο Perfekt στα γερμανικά: haben ή sein + μετοχή παρακειμένου (Partizip II)
Perfekt = haben ή sein στη 2η θέση + Partizip II στο τέλος: gemacht, gefahren, angerufen, besucht. Με sein: κίνηση, αλλαγή κατάστασης, sein/bleiben/werden.
- Trennbare und untrennbare Verben
Χωριζόμενα και αχώριστα ρήματα στα γερμανικά: προθήματα, σειρά λέξεων και ge-
Τα τονισμένα προθήματα (auf-, an-, ab-) χωρίζονται και πάνε στο τέλος: ich stehe auf, aufgestanden. Τα άτονα be-, er-, ver-, zer- δε χωρίζονται.
- Reflexive Verben
Αυτοπαθή ρήματα (sich) στα γερμανικά: αντωνυμίες, αιτιατική ή δοτική, θέση στην πρόταση
Στα αυτοπαθή ρήματα η ενέργεια γυρίζει στο υποκείμενο: mich, dich, sich, uns, euch — σε αιτιατική, αλλά σε δοτική όταν υπάρχει ήδη άμεσο αντικείμενο.
- Komparativ und Superlativ
Συγκριτικός και υπερθετικός βαθμός στα γερμανικά: -er, am -sten και als
Τα γερμανικά συγκρίνουν με καταλήξεις: schnell → schneller → am schnellsten. Για διαφορά λες als, για ισότητα so … wie.
- Imperativ
Η προστακτική (Imperativ) στα γερμανικά: εντολές με du, ihr και Sie
du = θέμα του ρήματος χωρίς αντωνυμία (Komm!), ihr = ο τύπος του ενεστώτα (Kommt!), Sie = απαρέμφατο + Sie (Kommen Sie!).
- Konjunktionen I: und, aber, denn, oder, sondern
Παρατακτικοί σύνδεσμοι στα γερμανικά: und, aber, oder, denn, sondern
Τα und, aber, oder, denn, sondern στέκονται στη θέση 0: μετά από αυτά η σειρά μένει κανονική, με το ρήμα δεύτερο. Το sondern μόνο μετά από άρνηση.
- Konjunktionen II: dass, weil, wenn, ob …
Υποτακτικοί σύνδεσμοι στα γερμανικά: dass, weil, wenn, ob, als — το ρήμα στο τέλος
Μετά τα dass, weil, wenn, ob, als, obwohl κ.ά. το κλιτό ρήμα πάει στο τέλος· αν η δευτερεύουσα μπει πρώτη, ακολουθεί ρήμα, κόμμα, ρήμα.
- Kausalsätze: weil, da, denn
weil, da, denn: αιτιολογικές προτάσεις στα γερμανικά («επειδή», «αφού», «γιατί»)
Τα weil και da στέλνουν το κλιτό ρήμα στο τέλος, το denn το αφήνει δεύτερο. weil = νέα αιτία, da = γνωστή αιτία, denn = αιτία ως δεύτερη κύρια πρόταση.
- Demonstrativpronomen
Δεικτικές αντωνυμίες στα γερμανικά: dieser, der/die/das, jener, derselbe
Το dieser παίρνει τις καταλήξεις του οριστικού άρθρου· το τονισμένο der/die/das αντικαθιστά ουσιαστικό, με δοτική πληθ. denen και γενική dessen/deren.
B1 Μέσο
- Adjektivdeklination
Κλίση των επιθέτων (Adjektivdeklination) στα γερμανικά: ασθενής, μικτή και ισχυρή κλίση
Η κατάληξη εξαρτάται από ό,τι προηγείται: der-λέξη → ασθενής (-e/-en), ein-λέξη → μικτή, χωρίς άρθρο → ισχυρή. Το κατηγορούμενο δεν κλίνεται.
- Präteritum
Ο Präteritum στα γερμανικά: ο παρελθοντικός κυρίως του γραπτού λόγου (machte, ging, war)
Ασθενή: θέμα + -te (machte)· ισχυρά: αλλαγή φωνήεντος, χωρίς κατάληξη σε ich/er (ging)· μικτά: brachte. Κυρίως στον γραπτό λόγο· τα war, hatte και στην ομιλία.
- Plusquamperfekt
Ο Plusquamperfekt στα γερμανικά: hatte/war + μετοχή παρακειμένου (Partizip II)
Plusquamperfekt = hatte ή war + Partizip II. Δείχνει το προγενέστερο από δύο γεγονότα του παρελθόντος, συχνά μετά από nachdem, bevor και als.
- Futur I
Ο μέλλοντας (Futur I) στα γερμανικά: werden + απαρέμφατο — και πότε αρκεί ο ενεστώτας
Futur I = werden + απαρέμφατο στο τέλος. Για το καθημερινό μέλλον αρκεί ο ενεστώτας με χρονική λέξη· ο Futur I δηλώνει πρόβλεψη, υπόσχεση, εικασία.
- Satzbau II: TEKAMOLO & Mittelfeld
Η σειρά των λέξεων στα γερμανικά: TEKAMOLO και το μεσαίο πεδίο (Mittelfeld)
Ανάμεσα στο ρήμα και στο τέλος της πρότασης τα γερμανικά βάζουν χρόνο – αιτία – τρόπο – τόπο (TEKAMOLO), με τις αντωνυμίες πρώτες.
- Relativsätze
Οι αναφορικές προτάσεις στα γερμανικά (Relativsätze): der, die, das, dessen, deren, wo
Γένος και αριθμός από το ουσιαστικό, πτώση από τον ρόλο της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση — και το κλιτό ρήμα στο τέλος.
- Genitiv
Η γενική (Genitiv) στα γερμανικά: des/der, καταλήξεις του ουσιαστικού και προθέσεις
Η γενική δηλώνει κτήση και απαντά στο Wessen?: der/das → des + -s/-es στο ουσιαστικό, die και πληθυντικός → der, χωρίς κατάληξη.
- Passiv (Vorgangspassiv)
Η παθητική φωνή στα γερμανικά (Vorgangspassiv): werden + μετοχή παρακειμένου (Partizip II)
Παθητική φωνή = werden + Partizip II: wird gemacht, wurde gemacht, ist gemacht worden. Ο δράστης με von (πρόσωπο) ή durch (μέσο).
- Verben mit Präpositionen
Ρήματα με πρόθεση στα γερμανικά: warten auf, denken an, Angst haben vor
Η πρόθεση ανήκει στο ρήμα και ορίζει και την πτώση: warten auf + αιτιατική, teilnehmen an + δοτική. Μάθε ρήμα, πρόθεση και πτώση μαζί.
- Infinitiv mit zu
Το απαρέμφατο με zu (Infinitiv mit zu) στα γερμανικά: πότε χρειάζεται το zu και πότε όχι
Το zu + απαρέμφατο κλείνει την ομάδα μετά από versuchen, Lust haben, es ist wichtig — όχι μετά από τροπικά ρήματα, werden, lassen, sehen/hören.
- Konjunktionaladverbien: deshalb, trotzdem, …
Συνδετικά επιρρήματα (deshalb, trotzdem, außerdem) στα γερμανικά: θέση και σειρά λέξεων
Τα deshalb, trotzdem, außerdem κ.λπ. είναι επιρρήματα, όχι σύνδεσμοι: στη θέση 1 το κλιτό ρήμα έρχεται δεύτερο και το υποκείμενο μετά από αυτό.
- Das Pronomen „es“
Η αντωνυμία es στα γερμανικά: προσωπική, απρόσωπη, Platzhalter και Korrelat
Το es αντικαθιστά ουδέτερο ουσιαστικό, είναι σταθερό υποκείμενο στα es regnet, es gibt, es geht, γεμίζει τη θέση 1 και προαναγγέλλει πρόταση με dass.
- Da- und Wo-Komposita
Σύνθετα με da- και wo- (Pronominaladverbien: darauf, womit) στα γερμανικά: σχηματισμός και χρήση
Το da(r)- + πρόθεση αναφέρεται σε πράγμα (darauf, damit), το wo(r)- + πρόθεση ρωτά γι' αυτό (worauf, womit)· για πρόσωπα: auf ihn, mit ihr.
B2 Ανώτερο μέσο
- Konjunktiv II & würde-Form
Konjunktiv II στα γερμανικά: τύποι, würde και πώς λέμε «θα …» στον υποθετικό λόγο
Μη πραγματικές ευχές, υποθέσεις, αιτήματα: θέμα Präteritum + -e, Umlaut στα ισχυρά, sein/haben/werden και στα περισσότερα τροπικά (wäre, käme)· τα ομαλά: würde.
- lassen + Infinitiv
lassen + απαρέμφατο στα γερμανικά: βάζω να γίνει κάτι, αφήνω κάποιον, sich lassen
lassen + σκέτο απαρέμφατο = βάζω να γίνει κάτι ή επιτρέπω· sich lassen + απαρέμφατο = μπορεί να γίνει. Perfekt: habe … lassen, κατά κανόνα όχι gelassen.
- Nominalisierung
Ουσιαστικοποίηση (Nominalisierung) στα γερμανικά: das Lesen, der Deutsche, etwas Neues
Ρήμα ή επίθετο γίνεται ουσιαστικό με κεφαλαίο και σήμα ουσιαστικού (π.χ. άρθρο): das Lesen, die Erklärung· τα επίθετα κρατούν τις καταλήξεις: ein Deutscher.
- Zustandspassiv & Passiv mit Modalverben
Παθητική φωνή κατάστασης (Zustandspassiv) και παθητική με τροπικά ρήματα στα γερμανικά
sein + Partizip II = αποτέλεσμα (Die Tür ist geöffnet), werden + Partizip II = διαδικασία. Με τροπικό: muss repariert werden, hat repariert werden müssen.
- Doppelte Konnektoren: sowohl … als auch, …
Διπλοί (συσχετικοί) σύνδεσμοι στα γερμανικά: sowohl … als auch, weder … noch, entweder … oder, je … desto
Όταν ανοίγουν πρόταση, τα noch, andererseits, desto, mal, teils φέρνουν αμέσως το ρήμα· τα oder, sondern, aber όχι. sowohl … als auch: πληθυντικός.
- N-Deklination
Ασθενή ουσιαστικά (n-Deklination) στα γερμανικά: den Studenten, dem Kollegen, Herrn Weber
Μια περιορισμένη ομάδα αρσενικών παίρνει -(e)n σε όλες τις πτώσεις εκτός από την ονομαστική ενικού: der Student → den, dem, des Studenten.
- Konjunktiv I & indirekte Rede
Konjunktiv I και πλάγιος λόγος στα γερμανικά: er sage, er habe, er sei
Πλάγιος λόγος στα γραπτά γερμανικά: θέμα απαρεμφάτου + -e (er sage, er habe· ανώμαλο: er sei)· όπου ο τύπος συμπίπτει με την οριστική, μπαίνει Konjunktiv II.
C1 Προχωρημένο
- Subjektive Bedeutung der Modalverben
Υποκειμενικά τροπικά ρήματα στα γερμανικά: müssen, dürfte, könnte, sollen, wollen
Υποκειμενικά, τα τροπικά δείχνουν βαθμό βεβαιότητας: muss (σίγουρα) › dürfte (μάλλον) › könnte (ίσως)· sollen = «λέγεται ότι», wollen = ισχυρισμός του ίδιου.
- Partizipialattribute
Μετοχικοί προσδιορισμοί στα γερμανικά: Partizip I, Partizip II και zu + Partizip I
Partizip I: ενεργητικό, ταυτόχρονο (das lachende Kind)· Partizip II μεταβατικού: παθητικό (das reparierte Auto)· zu + Partizip I: «πρέπει/μπορεί να γίνει».
- Nominalstil vs. Verbalstil
Ονοματικό και ρηματικό ύφος στα γερμανικά (Nominalstil): από την πρόταση στη φράση
Το ονοματικό ύφος κάνει τη δευτερεύουσα πρόταση ονοματική φράση: weil → wegen + Genitiv, obwohl → trotz, nachdem → nach, bevor → vor, wenn → bei.
- Funktionsverbgefüge
Περιφραστικά ρήματα στα γερμανικά (Funktionsverbgefüge): ρήμα + ουσιαστικό ως ένα κατηγόρημα
Αδύναμο ρήμα + παγιωμένο ουσιαστικό = ένα κατηγόρημα: eine Entscheidung treffen = entscheiden. Τη σημασία τη φέρει το ουσιαστικό· ρήμα και άρθρο είναι σταθερά.
- Komplexe Satzverbindungen
Σύνθετες προτάσεις στα γερμανικά (C1): οι επίσημοι σύνδεσμοι ανά σημασία
Μια σχέση εκφράζεται με δευτερεύουσα (da, ρήμα στο τέλος), με συνδετικό επίρρημα και αντιστροφή (infolgedessen) ή με πρόθεση + ονοματική φράση (aufgrund).

