BRAGIflash
Download on the App StoreGet it on Google Play
A2Βασικό4 λεπτά ανάγνωσηςΕνημερώθηκε

Υποτακτικοί σύνδεσμοι στα γερμανικά: dass, weil, wenn, ob, als — το ρήμα στο τέλος

Μετά τα dass, weil, wenn, ob, als, obwohl κ.ά. το κλιτό ρήμα πάει στο τέλος· αν η δευτερεύουσα μπει πρώτη, ακολουθεί ρήμα, κόμμα, ρήμα.

Κανόνας

Ένας υποτακτικός σύνδεσμος κάνει την πρότασή του δευτερεύουσα πρόταση (Nebensatz) και στέλνει το κλιτό ρήμα στην τελευταία θέση. Κύρια και δευτερεύουσα χωρίζονται με κόμμα, όποια κι αν μπαίνει πρώτη (με und/oder ανάμεσα σε δύο κύριες είναι προαιρετικό).

Οι δέκα σύνδεσμοι του A2: dass, weil, wenn, ob, als, obwohl, damit, bevor, nachdem, während. Το υποκείμενο μπαίνει συνήθως αμέσως μετά τον σύνδεσμο· τα υπόλοιπα κρατούν τη σειρά τους μπροστά από το ρήμα. Το απλό ρήμα απλώς πάει τελευταίο· τα άλλα μοτίβα:

  • χωριζόμενο ρήμα — πρόθημα και ρήμα γράφονται ξανά μαζί: …, weil ich um sechs aufstehe.
  • τροπικό ρήμα (Modalverb) — πρώτα το απαρέμφατο, τελευταίο το τροπικό: …, weil ich arbeiten muss.
  • Perfekt (≈ ο παρελθοντικός χρόνος του προφορικού λόγου) — πρώτα η μετοχή, τελευταίο το βοηθητικό: …, weil ich lange gearbeitet habe. Εξαίρεση για αργότερα: στον Perfekt τροπικού το βοηθητικό προηγείται των δύο απαρεμφάτων (…, weil ich habe arbeiten müssen).

Πρώτα η δευτερεύουσα. Τότε πιάνει ολόκληρη τη θέση 1 (Vorfeld), άρα η κύρια αρχίζει με το κλιτό ρήμα της — ρήμα, κόμμα, ρήμα: Weil ich müde bin, gehe ich ins Bett. Τα und, aber, denn … αντίθετα δεν αλλάζουν τίποτα (θέση 0).

als, wenn ή wann; Το ελληνικό «όταν» αντιστοιχεί και στα δύο πρώτα. als = ένα μόνο γεγονός ή μία περίοδος στο παρελθόν· wenn = επαναλαμβανόμενα γεγονότα στο παρελθόν («κάθε φορά που»), όροι, παρόν και μέλλον. Το wann είναι μόνο το ερωτηματικό «πότε», και σε πλάγια ερώτηση: Ich weiß nicht, wann er kommt.

ob ή wenn; Το ελληνικό «αν» καλύπτει και τα δύο: το ob εισάγει ερώτηση ολικής άγνοιας (ναι/όχι), μετά από fragen, wissen, sich sicher sein· το wenn δηλώνει όρο ή χρόνο.

Επίσης. Μετά το nachdem η πράξη πάει ένα χρονικό βήμα πιο πίσω (Plusquamperfekt/υπερσυντέλικος + παρελθοντικός χρόνος σε Präteritum/Perfekt, ή Perfekt + Präsens)· τα bevor και während κρατούν τον ίδιο χρόνο. Όταν οι δύο προτάσεις έχουν διαφορετικό υποκείμενο, μπαίνει μόνο το damit· με το ίδιο συνηθίζεται το um … zu, χωρίς το damit να είναι λάθος. Μετά από ρήματα λόγου και σκέψης το dass μπορεί να λείψει, και τότε μένει σειρά κύριας πρότασης: Ich glaube, er kommt später. Ο σύνδεσμος γράφεται dass· το das με ένα s είναι άρθρο ή αντωνυμία (αντικαθίσταται από dieses/welches).

Παραδείγματα

  • Ich weiß, dass du recht hast. — Ξέρω ότι έχεις δίκιο.
  • Wir bleiben zu Hause, weil es stark regnet. — Μένουμε σπίτι, επειδή βρέχει δυνατά.
  • Wenn ich Zeit habe, rufe ich dich an. — Όταν έχω χρόνο, σου τηλεφωνώ.
  • Ich weiß nicht, ob der Zug pünktlich kommt. — Δεν ξέρω αν το τρένο έρχεται στην ώρα του.
  • Als ich zehn Jahre alt war, sind wir nach Hamburg umgezogen. — Όταν ήμουν δέκα χρονών, μετακομίσαμε στο Αμβούργο.
  • Er geht ins Büro, obwohl er Fieber hat. — Πηγαίνει στο γραφείο, αν και έχει πυρετό.
  • Ich schreibe alles auf, damit ich nichts vergesse. — Τα σημειώνω όλα, για να μην ξεχάσω τίποτα.
  • Bevor ich zur Arbeit fahre, bringe ich die Kinder in die Schule. — Πριν πάω στη δουλειά, πηγαίνω τα παιδιά στο σχολείο.
  • Nachdem wir gegessen hatten, sind wir spazieren gegangen. — Αφού είχαμε φάει, πήγαμε βόλτα.
  • Während ich koche, deckt mein Sohn den Tisch. — Ενώ μαγειρεύω, ο γιος μου στρώνει το τραπέζι.

Πίνακας

Σύνδεσμος Σημασία Παράδειγμα (το ρήμα στο τέλος με έντονα)
dass ότι (γεγονός, περιεχόμενο) Ich weiß, dass du recht hast.
weil επειδή (αιτία) Wir bleiben zu Hause, weil es stark regnet.
wenn αν / όταν / κάθε φορά που (όρος, επαναλαμβανόμενος ή μελλοντικός χρόνος) Wenn ich Zeit habe, rufe ich dich an.
ob αν (ερώτηση ολικής άγνοιας) Ich weiß nicht, ob der Zug pünktlich kommt.
als όταν (ένα γεγονός ή μία περίοδος στο παρελθόν) Als ich zehn war, sind wir umgezogen.
obwohl αν και (παραχώρηση) Er geht ins Büro, obwohl er Fieber hat.
damit για να (σκοπός) Ich schreibe alles auf, damit ich nichts vergesse.
bevor πριν Bevor ich zur Arbeit fahre, bringe ich die Kinder in die Schule.
nachdem αφού (ένα βήμα πιο πίσω στον χρόνο) Nachdem wir gegessen hatten, sind wir spazieren gegangen.
während ενώ (ταυτόχρονα) Während ich koche, deckt mein Sohn den Tisch.
Είδος ρήματος Κύρια πρόταση Δευτερεύουσα πρόταση
απλό ρήμα Ich bin müde. …, weil ich müde bin.
χωριζόμενο ρήμα Ich stehe um sechs auf. …, weil ich um sechs aufstehe.
τροπικό + απαρέμφατο Ich muss noch einkaufen. …, weil ich noch einkaufen muss.
Perfekt Ich habe den Film gesehen. …, weil ich den Film gesehen habe.

Συχνά λάθη

  • ❌ Wir bleiben zu Hause, weil es regnet stark. → ✅ Wir bleiben zu Hause, weil es stark regnet. — το κλιτό ρήμα πηγαίνει στο τέλος της δευτερεύουσας.
  • ❌ Weil es stark regnet, wir bleiben zu Hause. → ✅ Weil es stark regnet, bleiben wir zu Hause. — η δευτερεύουσα πιάνει τη θέση 1, άρα η κύρια αρχίζει με το ρήμα.
  • ❌ Ich weiß, dass er kann gut Deutsch sprechen. → ✅ Ich weiß, dass er gut Deutsch sprechen kann. — πρώτα το απαρέμφατο, τελευταίο το τροπικό.
  • ❌ Ich weiß nicht, wenn er heute kommt. → ✅ Ich weiß nicht, ob er heute kommt. — η πλάγια ερώτηση ολικής άγνοιας θέλει ob· το wenn είναι υποθετικό ή χρονικό.
  • ❌ Wenn ich gestern nach Hause kam, war niemand da. → ✅ Als ich gestern nach Hause kam, war niemand da. — ένα γεγονός στο παρελθόν θέλει als· το wenn θα σήμαινε «κάθε φορά που».

Συχνές ερωτήσεις

Πού μπαίνει το ρήμα μετά τα dass, weil, wenn;

Στο τέλος της δευτερεύουσας πρότασης. Με τροπικό ρήμα πρώτα το απαρέμφατο και τελευταίο το τροπικό· στον Perfekt πρώτα η μετοχή και τελευταίο το βοηθητικό· το χωριζόμενο ρήμα ξαναενώνεται με το πρόθημά του και γράφεται σε μία λέξη.

Τι γίνεται όταν η δευτερεύουσα πρόταση μπαίνει πρώτη; Χρειάζεται πάντα κόμμα;

Η δευτερεύουσα πιάνει τότε τη θέση 1 της περιόδου, οπότε η κύρια πρόταση αρχίζει με το κλιτό ρήμα της — ρήμα, κόμμα, ρήμα: Weil es stark regnet, bleiben wir zu Hause. Το κόμμα ανάμεσα σε κύρια και δευτερεύουσα είναι υποχρεωτικό και με τις δύο σειρές.

wenn ή als (ή wann);

als για ένα μόνο γεγονός ή μία περίοδο στο παρελθόν· wenn για επαναλαμβανόμενα γεγονότα στο παρελθόν, για όρους και για χρόνο στο παρόν και στο μέλλον· wann μόνο ως ερωτηματική λέξη, και σε πλάγια ερώτηση (Ich weiß nicht, wann er kommt).

ob ή wenn — πώς λέω «αν» στα γερμανικά;

ob όταν η πρόταση είναι ερώτηση ολικής άγνοιας (Ich weiß nicht, ob der Zug pünktlich kommt)· wenn όταν δηλώνει όρο ή χρόνο (Wenn ich Zeit habe, rufe ich dich an).

dass ή das;

Το dass με δύο s είναι ο σύνδεσμος που ανοίγει τη δευτερεύουσα· το das με ένα s είναι άρθρο ή αντωνυμία και αντικαθίσταται από dieses ή welches. Τεστ: αν ταιριάζει το dieses, γράφεις das.