Konjunktiv I και πλάγιος λόγος στα γερμανικά: er sage, er habe, er sei
Πλάγιος λόγος στα γραπτά γερμανικά: θέμα απαρεμφάτου + -e (er sage, er habe· ανώμαλο: er sei)· όπου ο τύπος συμπίπτει με την οριστική, μπαίνει Konjunktiv II.
Κανόνας
Ο Konjunktiv I μεταφέρει τι είπε κάποιος άλλος, χωρίς ο συντάκτης να εγγυάται γι' αυτό — ο τρόπος των ειδήσεων, των αναφορών και των παραθεμάτων.
Παγίδα: ο ελληνικός πλάγιος λόγος κρατά την οριστική («γράφει ότι είναι άρρωστη»)· τα γραπτά γερμανικά αλλάζουν τύπο: sie sei krank.
Σχηματισμός: θέμα του απαρεμφάτου (απαρέμφατο χωρίς -en) + -e, -est, -e, -en, -et, -en: sagen → er sage, können → er könne. Τα ισχυρά ρήματα κρατούν το φωνήεν του θέματος: er fährt → er fahre, er gibt → er gebe. Ανώμαλο είναι μόνο το sein: ich sei, du sei(e)st, er sei, wir seien, ihr seiet, sie seien.
Χρήσιμοι είναι οι τύποι που διαφέρουν από την οριστική: το γ΄ ενικό κάθε ρήματος, όλοι οι τύποι του sein και το α΄ ενικό των τροπικών ρημάτων και του wissen (ich könne, ich wisse). Τα du habest, ihr habet ακούγονται παρωχημένα· εκεί μπαίνει Konjunktiv II.
Αντικατάσταση: Konjunktiv I = οριστική (wir haben, sie kommen) → Konjunktiv II (sie hätten, sie kämen)· Konjunktiv II = Präteritum (≈ ο παρελθοντικός χρόνος του γραπτού λόγου), όπως στα ασθενή ρήματα (sie arbeiteten) → würde + απαρέμφατο (sie würden arbeiten).
Χρόνοι, μόνο τρία επίπεδα: παρόν er arbeite· παρελθόν habe/sei + Partizip II (μετοχή παρακειμένου: er habe gearbeitet, er sei gekommen) για Perfekt (≈ ο παρελθοντικός του προφορικού λόγου), Präteritum ή Plusquamperfekt (υπερσυντέλικος), με το βοηθητικό του Perfekt· μέλλον werde + απαρέμφατο (er werde anrufen).
Σειρά των λέξεων: με dass το κλιτό ρήμα πάει στο τέλος (Er sagt, dass er müde sei), χωρίς dass στη θέση 2 (Er sagt, er sei müde)· το κόμμα μπαίνει και στις δύο. Σε μεγάλα κείμενα το dass συνήθως λείπει· ο Konjunktiv αρκεί.
Ερωτήσεις και προσταγές: ερώτηση ολικής άγνοιας (ναι/όχι) → ob, ερώτηση με ερωτηματική λέξη → η ίδια λέξη, ρήμα στο τέλος· η προστακτική γίνεται sollen (εντολή) ή mögen (ευγενική παράκληση). Μετατοπίσεις, μόνο όταν αλλάζει η περίσταση: ich → er, mein → sein, du → ich· morgen → am nächsten Tag, gestern → am Tag zuvor, heute → an diesem Tag, hier → dort.
Στον προφορικό λόγο: dass + οριστική ή Konjunktiv II. Σταθερές εκφράσεις με τον παλιό ευχετικό τύπο: Es lebe die Freiheit!, Man nehme drei Eier …, Gott sei Dank.
Παραδείγματα
- Sie schreibt, sie sei krank und könne morgen nicht kommen. — Γράφει ότι είναι άρρωστη και δεν μπορεί να έρθει αύριο.
- Der Sprecher sagte, die Regierung plane keine neuen Steuern. — Ο εκπρόσωπος είπε ότι η κυβέρνηση δε σχεδιάζει νέους φόρους.
- Er behauptet, er habe davon nichts gewusst. — Ισχυρίζεται ότι δεν ήξερε τίποτα γι' αυτό.
- Die Zeugin erklärte, sie sei um acht Uhr nach Hause gegangen. — Η μάρτυρας δήλωσε ότι πήγε σπίτι στις οκτώ.
- Der Minister betonte, man werde die Ergebnisse im Mai veröffentlichen. — Ο υπουργός τόνισε ότι τα αποτελέσματα θα δημοσιευτούν τον Μάιο.
- Mein Kollege sagt, dass er die Zahlen noch prüfen müsse. — Ο συνάδελφός μου λέει ότι πρέπει να ελέγξει ακόμη τα νούμερα.
- Sie fragte, ob er noch Zeit habe. — Τον ρώτησε αν έχει ακόμη χρόνο.
- Der Arzt sagte, ich solle mich zwei Tage ausruhen. — Ο γιατρός μού είπε να ξεκουραστώ δύο μέρες.
- Die Nachbarn behaupten, sie hätten nichts gehört. — Οι γείτονες ισχυρίζονται ότι δεν άκουσαν τίποτα.
Πίνακας
| Πρόσωπο | sein | haben | werden | können | gehen |
|---|---|---|---|---|---|
| ich | sei | habe = |
werde = |
könne | gehe = |
| du | sei(e)st | habest | werdest | könnest | gehest |
| er/sie/es | sei | habe | werde | könne | gehe |
| wir | seien | haben = |
werden = |
können = |
gehen = |
| ihr | seiet | habet | werdet = |
könnet | gehet |
| sie/Sie | seien | haben = |
werden = |
können = |
gehen = |
Έντονα: οι τύποι του πλάγιου λόγου. =: ίδιο με την οριστική → Konjunktiv II (hätte, hätten, könnten, kämen) ή, όπου κι αυτός = Präteritum, würde + απαρέμφατο (sie würden gehen, όχι gingen).
| Ευθύς λόγος | Τι αλλάζει | Πλάγιος λόγος |
|---|---|---|
| „Ich arbeite in Berlin.“ | Präsens → Konjunktiv I | Er sagt, er arbeite in Berlin. |
| „Ich habe lange gewartet.“ / „Ich wartete lange.“ | Perfekt, Präteritum, Plusquamperfekt → ένας τύπος παρελθόντος | Er sagt, er habe lange gewartet. |
| „Ich bin zu spät gekommen.“ | παρελθόν με sein | Er sagt, er sei zu spät gekommen. |
| „Ich werde morgen anrufen.“ | μέλλον | Er sagte, er werde am nächsten Tag anrufen. |
| „Hast du Zeit?“ | ερώτηση ολικής άγνοιας → ob | Er fragte, ob sie Zeit habe. |
| „Wann beginnt der Film?“ | W-Frage → ερωτηματική λέξη, ρήμα στο τέλος | Er fragte, wann der Film beginne. |
| „Ruf mich an!“ | προστακτική → sollen | Er sagte, ich solle ihn anrufen. |
| „Wir haben nichts gehört.“ | Konjunktiv I = οριστική → Konjunktiv II | Sie sagen, sie hätten nichts gehört. |
Συχνά λάθη
- ❌ Er sagt, er seie krank. → ✅ Er sagt, er sei krank. — το sein είναι ανώμαλο: α΄ και γ΄ ενικό χωρίς -e.
- ❌ Sie sagt, sie fähre nach Wien. → ✅ Sie sagt, sie fahre nach Wien. — θέμα του απαρεμφάτου, χωρίς την αλλαγή φωνήεντος του er fährt.
- ❌ Sie schreibt, sie habe gestern nach Berlin gefahren. → ✅ Sie schreibt, sie sei gestern nach Berlin gefahren. — στο habe/sei + Partizip II μπαίνει το βοηθητικό του Perfekt.
- ❌ Er fragte, dass sie Zeit habe. → ✅ Er fragte, ob sie Zeit habe. — η πλάγια ερώτηση ολικής άγνοιας θέλει ob· το dass εισάγει δήλωση.
- ❌ Er fragte, wann beginnt der Film. → ✅ Er fragte, wann der Film beginne. — η πλάγια ερώτηση είναι δευτερεύουσα: ρήμα στο τέλος, σε Konjunktiv.
Συχνές ερωτήσεις
Πώς σχηματίζεται ο Konjunktiv I;
Θέμα του απαρεμφάτου + -e, -est, -e, -en, -et, -en. Τα ισχυρά ρήματα κρατούν το φωνήεν του θέματος (er fahre, er gebe)· το sein είναι ανώμαλο (er sei). Στα πραγματικά κείμενα σχεδόν όλη τη δουλειά την κάνει το γ΄ ενικό.
Τι κάνω όταν ο Konjunktiv I μοιάζει ακριβώς με την οριστική;
Παίρνεις Konjunktiv II (wir haben → wir hätten, sie kommen → sie kämen). Αν κι αυτός συμπίπτει με τον Präteritum (ασθενή ρήματα: sie arbeiteten), χρησιμοποιείς würde + απαρέμφατο.
Πώς μεταφέρω κάτι που έγινε στο παρελθόν;
Με έναν μόνο τύπο: habe/sei + Partizip II (er habe gearbeitet, er sei gekommen), είτε η αρχική πρόταση ήταν σε Perfekt, Präteritum είτε σε Plusquamperfekt. Το βοηθητικό είναι εκείνο του Perfekt.
Πώς μεταφέρω ερωτήσεις και προσταγές στον πλάγιο λόγο;
Τις ερωτήσεις ολικής άγνοιας (ναι/όχι) με ob, τις ερωτήσεις με ερωτηματική λέξη με την ίδια λέξη, και στις δύο με το ρήμα στο τέλος (Er fragte, ob sie Zeit habe / wann der Film beginne). Η προστακτική γίνεται sollen για εντολή και mögen για ευγενική παράκληση.
Πρέπει να χρησιμοποιώ Konjunktiv I όταν μιλάω;
Όχι. Ανήκει στις ειδήσεις, στις αναφορές και στον επίσημο γραπτό λόγο, όπου δείχνει ότι αυτός που γράφει απλώς μεταφέρει τα λόγια. Στην κουβέντα οι Γερμανοί λένε dass + οριστική ή Konjunktiv II· λίγες σταθερές εκφράσεις κρατούν τον παλιό τύπο (Es lebe die Freiheit!, Man nehme …, Gott sei Dank).

